Posted by: vital on: February 25, 2007
Το απόγευμα κατεβήκαμε στο λιμάνι και κάναμε βόλτες. Κάποια στιγμή προχώρησες μπροστά και μπήκες στα στενά ενώ εγώ αφαιρέθηκα κοιτώντας εκείνον τον πιτσιρικά που με το ένα χέρι κρατούσε τη μάνα του και με το άλλο ένα τεράστιο παγωτό που έγλειφε με μανία. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τη θάλασσα και τα παιδιά. Προχώρησα μόνη κάνοντας στάσεις ανά διαστήματα για να σε ψάξω με τα μάτια. Βαρέθηκα. Στάθηκα δίπλα σε μια αναποδογυρισμένη βάρκα και προσπαθούσα να καταλάβω που στο καλό έχεις πάει. Έστριψα ένα τσιγάρο. Το άναψα. Άρχισα κι εγώ να ρουφάω με μανία όπως το παιδί με το παγωτό. Από πάνω πέταγαν μερικά βρώμικα γλαρόπουλα. Θυμήθηκα τους στοίχους που είχες γράψει πέρυσι τέτοιο καιρό όταν τελείωσαν οι διακοπές και γυρίσαμε στην πόλη.
Θα βρω μια θάλασσα μεγάλη
και κει που ‘σκαν τα κύματα θα ρίξω τη ψυχή μου
για να ξεπλύνω την μιζέρια μου.
Θαμμένος στην άμμο θα φτιάξω όνειρα γλαρόπουλα
λευκά, βουτηγμένα στην αρμύρα
και θα χορέψω με τον άνεμο.
Έτσι ελεύθερη θα ευχηθώ να μείνει η ζωή μου.
Ποτέ δεν μπόρεσα να δω τη ζωή έτσι περίεργα, φιλοσοφημένα. Αλλά μου άρεσε πολύ που το έκανες εσύ.
Έτσι και σήμερα. Εγώ καθισμένη στο μικρό καφέ της γειτονιάς κι εσύ ακόμα δεν έχεις έρθει. Μόλις έσβησα και το δεύτερο τσιγάρο. Θα περιμένω λίγο ακόμα κι έπειτα θα μπω κι εγώ μέσα στα στενά. Εξάλλου δεν χανόμαστε, το ξέρω.